1955 Θάνατος του Παπάγου, ο Καραμανλής πρωθυπουργός
Ο θάνατος του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Παπάγου στις 4 Οκτωβρίου 1955 και η ανάθεση της πρωθυπουργίας στον Κωνσταντίνο Καραμανλή με βασιλικό συνταγματικό πραξικόπημα (το οποίο αποδέχτηκε ο Καραμανλής) αποτέλεσαν την αφετηρία δραματικών γεγονότων που ακολούθησαν για τον ελληνισμό.
Ο Παπάγος πέθανε αιφνίδια χωρίς να έχει ορίσει διάδοχό του. Θεωρούνταν βέβαιο ότι η κοινοβουλευτική ομάδα θα επέλεγε ανάμεσα στον Παναγιώτη Κανελλόπουλο και τον Στέφανο Στεφανόπουλο, οι οποίοι ήταν τα πιο προβεβλημένα στελέχη στη δεξιά παράταξη. Η επιλογή του Κωνσταντίνου Καραμανλή από τον βασιλιά Παύλο το 1955 δεν ήταν αυτονόητη και έγινε μέσα από έναν συνδυασμό πολιτικών και προσωπικών παραγόντων. Η επιλογή του θεωρήθηκε «προσωπική» απόφαση του βασιλιά και χαρακτηρίστηκε αντισυνταγματική, γιατί παράκαμψε το Σύνταγμα της χώρας και την κοινοβουλευτική λογική. Δυστυχώς, η επέμβαση του Παλατιού στην κοινοβουλευτική λειτουργία ήταν κανόνας και όχι εξαίρεση, από την ίδρυση του ελληνικού κράτους με διαφορετική ένταση κάθε φορά. Σε όλη τη διάρκεια της λεγόμενης Βασιλευομένης Δημοκρατίας, η βασιλεία δεν ήταν ουδέτερος θεσμός αλλά κέντρο εξουσίας και παράρτημα ξένων δυνάμεων, που παρέμβαινε στην ομαλή διακυβέρνηση του κράτους.
Την περίοδο εκείνη, η κυβέρνηση προσπαθούσε να διεθνοποιήσει (ενάντια στη θέληση Αμερικανών, Βρετανών και Τούρκων) το Κυπριακό. Ο Καραμανλής, ενώ ο Παπάγος ήταν ακόμα στη ζωή, «κατέθεσε στο υπουργικό συμβούλιο τη διαφωνία του για τον τρόπο που προωθήθηκε το Κυπριακό. Θεωρούσε, ότι, η διεθνοποίηση του ζητήματος είχε γίνει πρόωρα και πως θα μπορούσε να επιλυθεί «εντός των συμμαχικών πλαισίων». Ταυτίστηκε, ουσιαστικά, με τις επιδιώξεις των Αγγλοαμερικάνων στο Κυπριακό.
Ο Καραμανλής, τον οποίο τυπικά δεν επέλεξαν οι Αμερικανοί, ήταν σαφώς προτιμότερος από τον ”ανυπάκουο” στο Κυπριακό πρόβλημα Στέφανο Στεφανόπουλο, και η επιλογή του ευθυγραμμιζόταν πλήρως με τις αμερικανικές προτεραιότητες, γεγονός που τον έκανε «ασφαλή λύση» για το Παλάτι. Τα Ανάκτορα (εκτελεστικό όργανο της πολιτικής των ΗΠΑ) γνώριζαν ότι η αμερικανική πρεσβεία είχε θετική εικόνα για τον αντικομουνιστικό προσανατολισμό του Καραμανλή και την πλήρη ευθυγράμμισή του με τις αμερικανικές επιθυμίες για το ΝΑΤΟ, τις βάσεις κλπ. Αν και η αμερικανική γνώμη για τον Καραμανλή δεν εκφράστηκε επίσημα, οι ΗΠΑ είχαν έμμεσο αλλά ουσιαστικό ρόλο στην εκλογή του. Και δικαιώθηκαν! Η επιλογή του Καραμανλή συνοδεύεται από αναπροσανατολισμό της εξωτερικής πολιτικής σε καίρια εθνικά ζητήματα, με στόχο την αναθεώρηση στρατηγικών προτεραιοτήτων.
Όταν το 1974 Ο Φαίδων Γκιζίκης (χουντικός στρατηγός, πρόεδρος της “Δημοκρατίας”) και ο ξένος παράγοντας (κυρίως Γάλοι) τον έφεραν στην Ελλάδα και τον παρουσίασαν σαν σωτήρα (αλλοίμονο στο λαό που ψάχνει για σωτήρες), ο Καραμανλής δεν είπε μόνο ότι «η Κύπρος κείται μακράν» (άρα δεν μπορούμε να βοηθήσουμε), υποστήριξε πως: δεν έπρεπε να δοθεί στο Κυπριακό «αποκλειστικά διεθνής διαχειριστικός ρόλος». Η λύση θα έπρεπε να βασίζεται σε άμεσες διαπραγματεύσεις μεταξύ των εμπλεκομένων κρατών (Κύπρου, Ελλάδας, Τουρκίας, Βρετανίας), θεωρώντας ότι η πολική του 1955 (η προσπάθεια διεθνοποίησής του) είχε αδυναμίες οι οποίες επηρέασαν αρνητικά την εξέλιξη του κυπριακού ζητήματος.
1957 Θάψιμο του Κυπριακού στις Βερμούδες
Κατά τη συνάντηση κορυφής Ηνωμένων Πολιτειών και Ηνωμένου Βασιλείου στις Βερμούδες τον Μάρτιο του 1957, το Κυπριακό αποτέλεσε ένα από τα ζητήματα που συζητήθηκαν στο πλαίσιο της δυτικής στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο. Σύμφωνα με σχετικές ερμηνείες και μεταγενέστερες αναλύσεις, οι Αμερικανοί υποστήριξαν ότι η επίλυση του Κυπριακού θα έπρεπε να αναζητηθεί εντός του νατοϊκού πλαισίου, μέσω συνεννόησης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, ώστε να αποφευχθεί η αποσταθεροποίηση της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Παράλληλα, η βρετανική πολιτική βρισκόταν σε φάση αναπροσαρμογής μετά την κρίση του Σουέζ του 1956, με αποτέλεσμα τη σταδιακή υποχώρηση της βρετανικής επιρροής στη Μέση Ανατολή και την ανάληψη πρωταγωνιστικού ρόλου από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην περιοχή. Μέσα σε αυτό το γεωπολιτικό πλαίσιο, η Κύπρος απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη στρατηγική σημασία για το Ηνωμένο Βασίλειο ως βασικό κέντρο στρατιωτικών και επιχειρησιακών δραστηριοτήτων στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.
Η συνάντηση στις Βερμούδες θεωρείται σημείο καμπής, γιατί η Βρετανία αποδέχτηκε έμπρακτα ότι δεν είναι πλέον παγκόσμια υπερδύναμη, εδραιώθηκε η στροφή της προς στενή ευθυγράμμιση με τις ΗΠΑ και άνοιξε ο δρόμος για βαθύτερη στρατιωτική και πυρηνική συνεργασία τα επόμενα χρόνια.
1959 - 60 Συμφωνίες Ζυρίχης–Λονδίνου. Ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας
Οι Συμφωνίες Ζυρίχης–Λονδίνου έγιναν στον απόηχο των Σεπτεμβριανών, της καταπολέμησης του ανύπαρκτου κομμουνιστικού κινδύνου, της δουλοπρέπειας και της αποδοχής ξένων παρεμβάσεων στη χάραξη πολιτικής.
Παράλληλα, σήμαναν την αποδοχή του Κυπριακού ως διμερούς προβλήματος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, ενώ η Τουρκία ΔΕΝ είχε νομικό δικαίωμα στην Κύπρο. Έτσι, το Κυπριακό έπαψε να αντιμετωπίζεται ως διεθνές ζήτημα και ως θέμα αποαποικιοποίησης.
Το 1959, η κυβέρνηση Καραμανλή–Αβέρωφ άσκησε έντονες πιέσεις και διατύπωσε ανοιχτές απειλές προς τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, προκειμένου να υπογράψει τις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου. Αν δεν υπογράψετε, «το αίμα θα είναι επί των κεφαλών σας και των τέκνων σας», φέρεται να δήλωσε ο Ευάγγελος Αβέρωφ προς τους Κυπρίους αντιπροσώπους, σύμφωνα με πολιτική μαρτυρία του Βάσου Λυσσαρίδη, που ήταν ένας από τους δυο αντιπροσώπους της ΕΟΚΑ στο Λονδίνο. Το αίμα, πράγματι, χύθηκε εις βάρος των Κυπρίων και των παιδιών τους — όχι επειδή αρνήθηκαν, αλλά επειδή υπέγραψαν τις συμφωνίες.
Αν το Κυπριακό είχε αναγνωριστεί ως ζήτημα αποαποικιοποίησης, η Κυπριακή Δημοκρατία θα είχε ιδρυθεί με απόφαση του ΟΗΕ και όχι στη Ζυρίχη και το Λονδίνο, χωρίς εγγυήτριες δυνάμεις και χωρίς επιβεβλημένους περιορισμούς κυριαρχίας. (Διάβασε εδώ για τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου).
1963–1964: Διακοινοτικές συγκρούσεις και διεθνοποίηση του Κυπριακού ζητήματος
Η περίοδος 1963–1964 συνιστά καίρια καμπή στην ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς χαρακτηρίζεται από την εκδήλωση εκτεταμένων διακοινοτικών συγκρούσεων και την έντονη εμπλοκή εξωτερικών δυνάμεων.
Μετά την ανεξαρτησία της Κύπρου το 1960, το συνταγματικό σύστημα αποδείχθηκε δυσλειτουργικό. Στο πλαίσιο αυτό, ο Πρόεδρος Αρχιεπίσκοπος Μακάριος πρότεινε σειρά συνταγματικών τροποποιήσεων με στόχο την ομαλοποίηση της λειτουργίας του κράτους. Οι προτάσεις αυτές απορρίφθηκαν από την τουρκοκυπριακή πλευρά, η οποία τις εξέλαβε ως απειλή για τα πολιτικά της δικαιώματα, και οι Τουρκοκύπριοι αποχώρησαν από την κυβέρνηση.
Τον Δεκέμβριο του 1963 σημειώθηκε έξαρση βίας μεταξύ των δυο κοινοτήτων, γνωστή ως «Ματωμένα Χριστούγεννα». Οι συγκρούσεις αυτές είχαν ως συνέπεια τη δημιουργία γεωγραφικά διαχωρισμένων περιοχών (θυλάκων) και την αποσταθεροποίηση της εσωτερικής τάξης. Παράλληλα, η Τουρκία προέβη σε απειλές στρατιωτικής επέμβασης.
Κατά το πρώτο εξάμηνο του 1964, η ένταση κλιμακώθηκε επικίνδυνα. Η Τουρκία πραγματοποίησε στρατιωτικές υπερπτήσεις πάνω από την Κύπρο, επιδεικνύοντας την επιχειρησιακή της ετοιμότητα και ασκώντας πίεση τόσο στην Κυπριακή Δημοκρατία όσο και στην Ελλάδα.
Η κρίση της Τηλλυρίας (Αύγουστος 1964)
Στις 8–9 Αυγούστου 1964, κατά τη διάρκεια συγκρούσεων στην περιοχή της Τηλλυρίας, η Τουρκία προέβη σε αεροπορικές επιθέσεις ενάντια σε θέσεις της Εθνικής Φρουράς και ελληνικών δυνάμεων. Η χρήση εμπρηστικών όπλων, όπως οι αμερικανικές βόμβες ναπάλμ, υπογράμμισε τη σοβαρότητα της επέμβασης. Τα γεγονότα αυτά θεωρούνται η πρώτη άμεση στρατιωτική παρέμβαση της Τουρκίας στην Κύπρο πριν από το 1974.
«Τουρκανταρσία»
Οι διακοινοτικές ταραχές», η «τουρκανταρσία» όπως τη χαρακτήρισε η κυπριακή κυβέρνηση, ήταν πραξικόπημα της Τουρκίας κατά της νόμιμης κυβέρνησης. Η «τουρκανταρσία» καταστάληκε με την αποφασιστική δράση ιδίως φιλικών προς τον Μακάριο ομάδων, όπως οι «κoκκινοσκούφηδες» του Βάσου Λυσσαρίδη που κατέλαβαν την κορυφή του Πενταδάκτυλου. Σε αντίθεση με τις ακροδεξιές ομάδες του Σαμψών, οι ομάδες του Λυσσαρίδη δεν επιτέθηκαν σε άμαχους Τουρκοκύπριους ούτε συνδέθηκαν με ανάλογες ωμότητες. Η «τουρκανταρσία» δεν απέφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα. Αντίθετα, η Κυπριακή Δημοκρατία βγήκε ενισχυμένη, γεγονός που προκάλεσε ανησυχία στους ΝΑΤΟϊκούς κύκλους, οι οποίοι ξεκίνησαν, εκ των έσω, την υπονόμευση του Μακαρίου.
Πολύ αργότερα, κυκλοφόρησε η άποψη ότι άνθρωποι του Ντενκτάς και η ελληνική «εθνικιστική» ακροδεξιά καθοδηγούνταν στην πραγματικότητα από το ίδιο κέντρο, το διαβόητο, παράνομο ΝΑΤΟϊκό δίκτυο Gladio. (Η «Κόκκινη Προβιά» ήταν το ελληνικό σκέλος του μυστικού δικτύου stay-behind του ΝΑΤΟ κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, με σκοπό (τουλάχιστον επίσημα) την οργάνωση αντίστασης σε περίπτωση σοβιετικής εισβολής. Στην Ελλάδα λειτούργησε υπό την εποπτεία της ΚΥΠ, σε συνεργασία με το ΝΑΤΟ και τις αμερικανικές υπηρεσίες).
Η εγκαθίδρυση της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ
Καθοριστική υπήρξε η απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για τη σύσταση της UNFICYP τον Μάρτιο του 1964. Αποστολή της ειρηνευτικής δύναμης ήταν η αποτροπή περαιτέρω συγκρούσεων, η αποκατάσταση της τάξης και η συμβολή στη δημιουργία συνθηκών ειρηνικής συνύπαρξης. Τα πρώτα στρατεύματα αναπτύχθηκαν στην Κύπρο στις 27 Μαρτίου 1964.
Ελληνική στρατιωτική παρουσία και σχέδια διευθέτησης
Τον Ιούλιο–Αύγουστο του 1964 η κυβέρνηση Παπανδρέου έστειλε στην Κύπρο την Ελληνική Μεραρχία, η οποία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην αποτροπή μιας ευρύτερης σύγκρουσης εκείνη την περίοδο. Ήδη από το 1963–1964 υπηρετούσαν στην Κύπρο αξιωματικοί που αργότερα διαδραμάτισαν ενεργό ρόλο στα γεγονότα του πραξικοπήματος του 1974. Μεταξύ αυτών ήταν ο Δημήτριος Ιωαννίδης, ο οποίος διατηρούσε σχέσεις με τον Σαμψών, ο Νικόλαος Ντερτιλής και ο Γρηγόρης Μπονάνος, ο οποίος ως επιτελάρχης συμμετείχε στις διαδικασίες που οδήγησαν στην αποχώρηση της Μεραρχίας το 1967 και, ως αρχηγός του ΓΕΕΘΑ το 1974, κατηγορήθηκε ότι δεν προώθησε αποτελεσματική στρατιωτική βοήθεια προς την Κύπρο.
Το Σχέδιο Άτσεσον
Στις 24 Ιουνίου 1964, ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Γεώργιος Παπανδρέου συναντήθηκε στο Λευκό Οίκο με τον Αμερικανό Πρόεδρο Λύντον Τζόνσον, με βασικό θέμα συζήτησης το Κυπριακό. Στη συνάντηση παρευρισκόταν και ο γιος του, Ανδρέας Παπανδρέου.
Ο Γ. Παπανδρέου δεν απέρριψε τότε το Σχέδιο Άτσεσον, που δεν είχε ακόμη διαμορφωθεί στην τελική του μορφή, και αποδέχθηκε την αμερικανική μεσολάβηση του Ντην Άτσεσον για το Κυπριακό.
Το τελικό Σχέδιο διαμορφώθηκε κατά τις διαπραγματεύσεις που πραγματοποιήθηκαν στη Γενεύη τον Αύγουστο του 1964 και πήρε το όνομα του εμπνευστή και αρχιτέκτονά του, Ντην Άτσεσον. Προέβλεπε κυρίως την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, με ανταλλάγματα και ειδικά δικαιώματα για την Τουρκία.
Σε έκτακτο υπουργικό συμβούλιο, λίγες ημέρες αργότερα, ο Γ. Παπανδρέου τάχθηκε υπέρ της αποδοχής του σχεδίου. Τότε φέρεται να είπε τη γνωστή φράση ότι το σχέδιο ήταν σαν «δωρεά μιας πολυκατοικίας έναντι εκμισθώσεως του ρετιρέ», θεωρώντας ότι η Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα άξιζε το αντάλλαγμα της τουρκικής βάσης στην Καρπασία, καθώς και την παραχώρηση του Καστελόριζου — ιδέα που αποδίδεται στον Ευάγγελο Αβέρωφ ήδη από τις συμφωνίες του Λονδίνου — προκειμένου να επιτευχθεί η Ένωση.
Στη συνέχεια όμως, υπό την πίεση των αντιδράσεων του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, του Ανδρέα Παπανδρέου και άλλων παραγόντων, ανακάλεσε σχεδόν αμέσως την αποδοχή του σχεδίου.
Τα «γαλλικά» του Τζόνσον
Τον Αύγουστο του 1964, μέσα στην κρίση του Κυπριακού και τις διαπραγματεύσεις για τα Σχέδια Άτσεσον, ο Τζόνσον είπε στον Έλληνα πρέσβη στην Ουάσιγκτον, Αλέξανδρο Μάτσα, όταν εκείνος επικαλέστηκε το ελληνικό Σύνταγμα και το Κοινοβούλιο για να εξηγήσει γιατί η Αθήνα δυσκολευόταν να αποδεχθεί τις αμερικανικές πιέσεις για παραχώρηση του Καστελόριζου: «Fuck your Parliament and your Constitution…». (Γαμώ το Κοινοβούλιό σας και το Σύνταγμά σας…). Και συνέχισε με απειλές, λέγοντας ότι «αν ο πρωθυπουργός σας μιλά για δημοκρατία, κοινοβούλιο και Σύνταγμα, ίσως να μην κρατήσουν για πολύ». Και κράτησε τον λόγο του!
Προφορικές μαρτυρίες.
Το 1964 ο Μακάριος έστειλε τον Βάσο Λυσσαρίδη στην ΕΣΣΔ για να αποσπάσει, και απόσπασε, την υπόσχεση της Μόσχας (του Νικήτα Χρουστσώφ) ότι δεν πρόκειται να επιτρέψει εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο. Η συνάντηση έγινε στο παραθαλάσσιο θέρετρο της Ρωσίας Σότσι. Αυτό ανέφερε, μεταξύ άλλων, ο Βάσος Λυσσαρίδης, ο άνθρωπος που εμπιστευόταν ο Μακάριος σε ρόλο «παρασκηνιακού απεσταλμένου», σε συνάντηση που είχα μαζί του στη Στοκχόλμη στις αρχές της δεκαετίας του 1980.
«Ο Χρουστσόφ μού έδειξε τα βουνά του Πόντου. Αυτά τα βουνά είναι ελληνικά», είπε, και τελείωσε τη συζήτησή μας λέγοντας αυτό που ήθελα να ακούσω: «Πες στον Μακάριο να μην ανησυχεί. Η Σοβιετική Ένωση δεν θα επιτρέψει να γίνει τουρκική εισβολή στην Κύπρο.»
Στις ανησυχίες μου μήπως η Σοβιετική Ένωση δεν αντιληφθεί έγκαιρα την εισβολή, μου απάντησε: «Ε, τότε η Σοβιετική Ένωση δεν θα είναι μεγάλη δύναμη. Αλλά και θα την αντιληφθεί και θα την αποτρέψει, γιατί είναι μεγάλη δύναμη».
Διεθνείς διαστάσεις και διπλωματικές παρεμβάσεις
Η κυπριακή κρίση του 1964 εντάχθηκε γρήγορα στο ευρύτερο γεωπολιτικό σκηνικό του Ψυχρού Πολέμου, μετατρέποντας την Ανατολική Μεσόγειο σε πεδίο έντονου ανταγωνισμού ανάμεσα στις υπερδυνάμεις. Η προοπτική τουρκικής στρατιωτικής επέμβασης στην Κύπρο προκάλεσε ανησυχία όχι μόνο στην Αθήνα και τη Λευκωσία, αλλά και στην Ουάσιγκτον και τη Μόσχα, που παρακολουθούσαν στενά τις εξελίξεις υπό τον φόβο μιας γενικευμένης αποσταθεροποίησης στην περιοχή.
Η Σοβιετική Ένωση αντέδρασε αποφασιστικά απέναντι στα σχέδια εισβολής που επεξεργαζόταν η Άγκυρα σε συνεννόηση με αμερικανικούς κύκλους, διαμηνύοντας προς τις Ηνωμένες Πολιτείες ότι μια τέτοια ενέργεια δεν θα γινόταν ανεκτή. Η παρέμβαση της Μόσχας θεωρήθηκε κρίσιμη για την προσωρινή αναχαίτιση των τουρκικών σχεδιασμών, σε μια περίοδο κατά την οποία η Κύπρος αποκτούσε ιδιαίτερη στρατηγική σημασία για την ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή.
Την ίδια στιγμή, ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Λύντον Τζόνσον, εξέφραζε έντονη ανησυχία για το ενδεχόμενο η κρίση να οδηγήσει σε ενίσχυση της σοβιετικής επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο. Στις 5 Ιουνίου 1964 απέστειλε αυστηρή επιστολή προς τον Τούρκο πρωθυπουργό Ισμέτ Ινονού, προειδοποιώντας ότι μια μονομερής στρατιωτική επέμβαση της Τουρκίας στην Κύπρο θα μπορούσε να προκαλέσει ευρύτερη διεθνή σύγκρουση. Στην επιστολή —η οποία έμεινε γνωστή ως «επιστολή Τζόνσον»— ο Αμερικανός πρόεδρος άφηνε σαφώς να εννοηθεί ότι το ΝΑΤΟ δεν ήταν δεδομένο πως θα υποστήριζε την Άγκυρα σε περίπτωση σοβιετικής αντίδρασης, ασκώντας έτσι ισχυρή πίεση για την αποφυγή στρατιωτικής κλιμάκωσης.
Συμπεράσματα
Η διετία 1963–1964 υπήρξε καθοριστική για τη μετέπειτα εξέλιξη του Κυπριακού ζητήματος. Η κατάρρευση της διακοινοτικής συνεργασίας, η δημιουργία τουρκικών θυλάκων, η ενεργός εμπλοκή εξωτερικών δυνάμεων και η στρατιωτική ένταση, διαμόρφωσαν ένα νέο ιδιαίτερα ασταθές πολιτικό και γεωστρατηγικό περιβάλλον, οι αρνητικές συνέπειες του οποίου παραμένουν αισθητές μέχρι σήμερα.
Παναγιώτης Καλογιάννης, Στοκχόλμη Απρίλης 2026
Σχετικά άρθρα:
[ Ο Ελληνισμός της Κύπρου ]
[ Οι βασικοί σταθμοί και το νόημα της νεότερης Κυπριακής Ιστορίας Μέρος Α΄ ]