«Τί νὰ σοῦ πῶ! Σιχάθηκα νὰ βλέπω τὰς Ἀθήνας. Σιχάθηκα νὰ μοῦ μιλεῖ ὁ τάδε καὶ ὁ δεῖνας. Σιχάθηκα καὶ Ὑπουργῶν καὶ Ὑπαλλήλων μοῦρες. Σιχάθηκα τοὺς βουλευτὰς καὶ τόσους Κομματάρχας. Σιχάθηκα τοὺς Στρατηγοὺς καὶ τοὺς Συνταγματάρχας». Γεώργιος Σουρής, 1895.

Από τη στιγμή που το Κυπριακό δεν αναγνωρίστηκε ως ζήτημα αποαποικιοποίησης, και η Ελλάδα σταμάτησε τη διεθνοποίησή του αποδεχόμενη το ρόλο της Τουρκίας σαν άμεσα ενδιαφερόμενο μέρος, τα δεινά της Κύπρου και του ελληνισμού δεν θα αργούσαν να έρθουν. Η Ελλάδα, δεχόμενη πιέσεις από τους συμμάχους της και την ελληνοτουρκική ένταση, με αποκορύφωμα τα Σεπτεμβριανά (που οι Άγγλοι μαγείρεψαν), ύστερα από τρία χρόνια μυστικές!! διαπραγματεύσεις με την Τουρκία, υπέγραψε τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου που προέβλεπαν την ίδρυση ανεξάρτητου κυπριακού κράτους, αντί της Ένωσης με την Ελλάδα που ήταν επιθυμία των κυπρίων και του ελληνικού λαού. Ο Καραμανλής, κουφός στο λαϊκό αίτημα για Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, αφουγκράστηκε την θέληση των Αγγλοαμερικάνων, κρέμασε τη Δαμόκλειο σπάθη πάνω από την Κύπρο και υπέγραψε λύση «στο πλαίσιο της εξυπηρέτησης των συμφερόντων της Δυτικής Συμμαχίας». Όχι των εθνικών μας συμφερόντων. με αποτέλεσμα οι συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου να μην προσεγγίσουν το κυπριακό με όρους ιστορικής ή ηθικής δικαίωσης, αλλά με γνώμονα τη στρατηγική διαφύλαξη των Άγγλο-Αμερικανικών επιδιώξεων στην Ανατολική Μεσόγειο. «Αν το Κυπριακό είχε αναγνωριστεί ως ζήτημα αποαποικιοποίησης, η Κυπριακή Δημοκρατία θα είχε ιδρυθεί με απόφαση του ΟΗΕ και όχι στη Ζυρίχη και το Λονδίνο — χωρίς εγγυήτριες δυνάμεις και χωρίς επιβεβλημένους περιορισμούς κυριαρχίας».

Οι συμφωνίες αυτές επηρέασαν άμεσα το νομικό πλαίσιο του κυπριακού κράτους. Δεν ίσχυε η έννοια του jus cogens («αναγκαστικό δίκαιο»), η οποία αναφέρεται σε θεμελιώδεις κανόνες που δεσμεύουν όλα τα κράτη ανεξάρτητα από τη συναίνεσή τους και από τους οποίους δεν επιτρέπεται καμιά απόκλιση. Οι κανόνες αυτοί έχουν υπερνομοθετική ισχύ και, υπερισχύουν σε περίπτωση σύγκρουσης με διεθνή συνθήκη, καθιστώντας τη συνθήκη άκυρη.

Στην περίπτωση της Κύπρου, εφαρμόστηκε το treaty law, το οποίο βασίζεται στη συναίνεση των κρατών και αφορά τις συμφωνίες που αυτά συνάπτουν μεταξύ τους, αλλά υπόκειται στους κανόνες του jus cogens. Χαρακτηριστικά παραδείγματα κανόνων jus cogens αποτελούν η απαγόρευση της γενοκτονίας, των βασανιστηρίων, των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, καθώς και η απαγόρευση επιθετικού πολέμου.

Τι οδήγησε στις Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου.

Αδιέξοδο του ένοπλου αγώνα (1955–1959)

Οι Συμφωνίες της Ζυρίχης υπογράφηκαν στις 11 Φεβρουαρίου 1959 μεταξύ των κυβερνήσεων της Ελλάδας και της Τουρκίας. Αποτέλεσαν τα τελευταία βήματα των Αγγλοαμερικανών για την επίλυση του Κυπριακού. Το πρώτο είχε γίνει το 1957 στις Βερμούδες (γίνεται αναφορά στο τέλος της ανάρτησης), όπου τέθηκαν τα θεμέλια για την εξαρτημένη ανεξαρτησία της Κύπρου. Γνωρίζοντας τις συμφωνίες που έγιναν στις Βερμούδες σχετικά με την Κύπρο, μπορούμε να κατανοήσουμε τα γεγονότα που ακολούθησαν.

Ο αγώνας της ΕΟΚΑ ο οποίος ξεκίνησε την 1η Απρίλη 1955, και σταμάτησε στις 19 Φλεβάρη 1959, δεν οδήγησε στην Ένωση με την Ελλάδα. Ο αγώνας της Ένωσης με την Ελλάδα είχε σημαντικές οικονομικές, πολιτικές και στρατιωτικές επιπτώσεις, στην αποδυναμωμένη οικονομικά Μεγάλη Βρετανία. Οικονομικά, επιβάρυνε τον κρατικό προϋπολογισμό λόγω του υψηλού κόστους διατήρησης στρατευμάτων και καταστολής στην Κύπρο. Πολιτικά, προκάλεσε διεθνή πίεση και φθορά του κύρους της Βρετανίας, ενώ όξυνε τις σχέσεις της με την Ελλάδα και την Τουρκία, συμβάλλοντας παράλληλα στην επιτάχυνση της αποαποικιοποίησης. Στρατιωτικά, οδήγησε σε δέσμευση δυνάμεων, απώλειες και δυσκολίες αντιμετώπισης του ανταρτοπόλεμου, αναδεικνύοντας τα όρια της βρετανικής δύναμης. Η πάλαι ποτέ κραταιά Αυτοκρατορία, αναζητούσε τρόπο αποχώρησης από την Κύπρο σαν νικήτρια χώρα, διατηρώντας όμως ζωτικά συμφέροντα στο νησί. Ταυτόχρονα, ο Αγώνας της ΕΟΚΑ όξυνε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και η Κύπρος είχε μετατραπεί σε σημείο τριβής Ελλάδας – Τουρκίας. Το 1959, καμία πλευρά δεν μπορούσε να επιβάλει τη λύση που επιθυμούσε, ενώ ο κίνδυνος αποσταθεροποίησης στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ ήταν υπαρκτός.

Η Βρετανία ήθελε να τερματίσει την αποικιακή σύγκρουση, να διατηρήσει στρατιωτικές βάσεις στο νησί και να αποχωρήσει χωρίς να θεωρηθεί ότι «ηττήθηκε», ενώ οι ΗΠΑ δεν ήθελαν αποσταθεροποίηση σε κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ, πίεζαν για λύση που θα απέτρεπε τόσο την ένωση με την Ελλάδα όσο και την διχοτόμηση που επεδίωκε η Τουρκία.

Αν η Ελλάδα επέμενε ότι το Κυπριακό ήταν ζήτημα αποαποικικοποίησης, τότε: α) η «γέννηση» του κράτους δεν θα περνούσε από τις Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου, αλλά από τον μηχανισμό αποαποικιοποίησης του ΟΗΕ, μέσω της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, και όχι του Συμβουλίου Ασφαλείας με απόφαση που θα αναγνώριζε το δικαίωμα αυτοδιάθεσης και το τέλος της αποικιακής διοίκησης. β) η Κυπριακή Δημοκρατία θα ιδρυόταν χωρίς εγγυήτριες δυνάμεις, χωρίς Συνθήκη Εγγύησης, χωρίς συνταγματικές επιβολές τρίτων. Η βάση νομιμοποίησης θα ήταν η λαϊκή κυριαρχία, και όχι η ισορροπία Ελλάδας–Τουρκίας–Αγγλίας. γ) Ο Κυπριακός λαός θα είχε δικαίωμα να αποφανθεί ώστε η Κύπρος: είτε να γίνει ανεξάρτητο κράτος, είτε να ενωθεί με άλλο κράτος, είτε να αποκτήσει πλήρη αυτοδιοίκηση.

Ο αντικομουνισμός, σαν άσκηση πολιτικής

Το πολιτικό κλίμα στην Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του 1950 χαρακτηριζόταν από την πλήρη ευθυγράμμιση της εξωτερικής πολιτικής του Κωνσταντίνου Καραμανλή με τις αμερικανικές επιδιώξεις, τη στενή συνεργασία με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ και έναν ακραίο αντικομμουνισμό.

Οι αγωνιστές της ΕΑΜικής Αντίστασης είχαν χαρακτηριστεί «προδότες», ενώ οι συνεργάτες των Γερμανών εμφανίζονταν ως «πατριώτες». Ο αντικομμουνισμός είχε εξελιχθεί σε μηχανισμό καταστολής, με τους αριστερούς να ζουν υπό συνεχή διωγμό και κάθε τους κίνηση να αντιμετωπίζεται ως απειλή. Έντεκα ετών τότε, θυμάμαι στην Αλόννησο και τη Σκόπελο τους χωροφύλακες να ασκούν καθημερινή βία εναντίον τους, επικαλούμενοι τον αόριστο «κομμουνιστικό κίνδυνο» για να δικαιολογούν κάθε αυθαιρεσία.

Μέσα σε αυτό το πολωμένο κλίμα, οι Συμφωνίες της Ζυρίχης δεν αποτέλεσαν προϊόν λαϊκής βούλησης ή ελεύθερης επιλογής των Κυπρίων, αλλά αποτέλεσμα σημαντικών ελληνικών υποχωρήσεων απέναντι στην Τουρκία, με στόχο την εξυπηρέτηση των γεωπολιτικών ισορροπιών. Έτσι εξηγούνται και οι δομικές αδυναμίες του συστήματος που εγκαθίδρυσαν.

Οι βασικές θέσεις της ελληνικής πλευράς

Η Ελλάδα ζητούσε το τέλος της βρετανικής κυριαρχίας στην Κύπρο, τη δημιουργία ανεξάρτητου κυπριακού κράτους και απέρριπτε κατηγορηματικά τη διχοτόμηση που προωθούσε η Τουρκία. Κεντρικός στόχος ήταν να αποφευχθεί πολεμική σύγκρουση με την Τουρκία και να βρεθεί μια λύση αποδεκτή στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και του Ψυχρού Πολέμου.

Στις Συμφωνίες της Ζυρίχης, η Ελλάδα έκανε σημαντικές παραχωρήσεις. Αν και ο διαχρονικός στόχος του ελληνισμού της Κύπρου ήταν η Ένωση με την Ελλάδα, η ελληνική πλευρά υποχώρησε, αποδεχόμενη την εξαρτημένη ανεξαρτησία ερήμην του κυπριακού λαού, ο οποίος αγνοήθηκε και δεν ρωτήθηκε. Η συμφωνία επιβλήθηκε από τα πάνω, στερούνταν νομιμοποίησης από την αρχή και επέφερε βαρύ πολιτικό και συμβολικό κόστος. Η Ελλάδα αγνόησε την ελληνοκυπριακή πλειοψηφία και έκανε σημαντικές παραχωρήσεις στην τουρκοκυπριακή μειονότητα. Το Σύνταγμα που αποδέχτηκε η Ελλάδα για το νέο κράτος δυσχέραινε τη λειτουργία του κράτους.

Τουρκία, ο μεγάλος ωφελημένος.

Ενώ η Τουρκία δεν είχε κανένα δικαίωμα στην Κύπρο, αναγνωρίστηκε σαν ισότιμος συνομιλητής και επηρέασε τις εξελίξεις.

Βασική επιδίωξη της Τουρκίας ήταν να αποτρέψει την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Δέχτηκε να γίνει η Κύπρος ανεξάρτητο κράτος και όχι ελληνικό κομμάτι. Το τραγικό. Παρότι οι Τουρκοκύπριοι ήταν μειονότητα (~18%), εξασφάλισαν: α). Αντιπρόεδρο Τουρκοκύπριο με δικαίωμα βέτο! β) Πολιτική επιρροή στο νέο κράτος, αφού εξασφάλισαν υπέρ-αναλογική συμμετοχή στο κράτος (30% στη δημόσια διοίκηση, 40% στον στρατό). γ) Η Τουρκία έγινε μία από τις «εγγυήτριες δυνάμεις» μαζί με την Ελλάδα και το Ηνωμένο Βασίλειο, με δικαίωμα επέμβασης. Είχε δηλαδή νομικό δικαίωμα επέμβασης, αν διαταρασσόταν η τάξη. δ) Για πρώτη φορά μετά την Οθωμανική περίοδο η Τουρκία απέκτησε στρατιωτική παρουσία στην Κύπρο, αφού εξασφάλισε την παρουσία τουρκικού στρατιωτικού αποσπάσματος στην Κύπρο (650 άνδρες). ε) Πριν τις συμφωνίες, το Κυπριακό θεωρούνταν κυρίως θέμα μεταξύ Ελλάδας και Αγγλίας. Τώρα η Τουρκία αναγνωρίστηκε ως ισότιμος και απαραίτητος παράγοντας.

Τι κέρδισε η Αγγλία.

Η Βρετανία πέτυχε μια «ελεγχόμενη αποχώρηση»: έχασε την αποικία την οποία αδυνατούσε να κρατήσει, αλλά κράτησε βάσεις, επιρροή και στρατηγικά πλεονεκτήματα, που θεωρούνταν πολύ πιο σημαντικά από την πλήρη διοικητική κατοχή.

Διατήρησε δύο κυρίαρχες στρατιωτικές βάσεις, στο Ακρωτήρι και στη Δεκέλεια, που παραμένουν βρετανικά εδάφη μέχρι σήμερα. Οι βάσεις έχουν έκταση 254 τετραγωνικά χιλιόμετρα, και καταλαμβάνουν το 2,57% του εδάφους της Κύπρου. Με τις βάσεις αυτές, η Βρετανία εξασφάλισε: α) Στρατιωτική παρουσία κοντά στη Μέση Ανατολή και το Σουέζ β) Δυνατότητα επέμβασης και επιτήρησης στην περιοχή. γ) Ρόλο σε επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ και των συμμάχων. Επίσης, η Βρετανία έγινε μία από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις (μαζί με την Ελλάδα και την Τουρκία), με δικαίωμα: Να παρεμβαίνει για τη διατήρηση της συνταγματικής τάξης στην Κύπρο, και να έχει λόγο στις εξελίξεις του νέου κράτους. Με την υποχωρητικότητα του Καραμανλή, η Αγγλία απέφυγε μια πλήρη ήττα (Ένωση με την Ελλάδα), και διατήρησε επιρροή στο νέο κράτος.

Πρόληψη και εξωτερική πολιτική

Το κράτος κρίνεται κυρίως από την ικανότητά του να προβλέπει και να προλαμβάνει εξελίξεις. Στο πνεύμα αυτό, η τουρκική διπλωματία διαχρονικά επένδυσε στην πρόληψη και στη διαμόρφωση εναλλακτικών σεναρίων, ενώ η ελληνική εξωτερική πολιτική συχνά κατηγορήθηκε ότι κινήθηκε περισσότερο αντιδραστικά παρά προνοητικά.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συζήτηση για τις εγγυήτριες δυνάμεις κατά τις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στις Συμφωνίες Ζυρίχης–Λονδίνου. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών απευθύνθηκε στον Ευάγγελο Αβέρωφ θέτοντας ένα υποθετικό αλλά αποκαλυπτικό ερώτημα: «Πιστεύετε, κύριε συνάδελφε, ότι η Τουρκία ζητεί δικαίωμα επέμβασης για να το ασκήσει σε ασήμαντες περιστάσεις; Αν, για παράδειγμα, η Ελλάδα πραγματοποιούσε ένα πραξικόπημα στην Κύπρο, δεν θα έπρεπε η Τουρκία να διαθέτει το δικαίωμα νόμιμης επέμβασης;»

Η τοποθέτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη ιστορική βαρύτητα κάτω από το φως των γεγονότων του 1974, όταν το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου χρησιμοποιήθηκε από την Άγκυρα ως νομικό και πολιτικό επιχείρημα για την ενεργοποίηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη Συνθήκη Εγγυήσεως.

Παράλληλα, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων στην περίοδο 1958–1959, ο Αβέρωφ, στην προσπάθειά του να υπερβεί το αδιέξοδο και να αποτρέψει τη διχοτόμηση της Κύπρου, φέρεται να εξέτασε ανεπίσημα ακόμη και το ενδεχόμενο παραχώρησης του Καστελόριζου στην Τουρκία ως αντάλλαγμα για την αποδοχή της αρχής της αυτοδιάθεσης και την εγκατάλειψη της τουρκικής αξίωσης για διχοτόμηση. Η σκέψη αυτή δεν προχώρησε ποτέ σε επίσημο επίπεδο, ωστόσο η δημοσιοποίησή της προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην Ελλάδα και αναδείχθηκε ως ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα επεισόδια της περιόδου.

Ο ρόλος του Μακαρίου

Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, η ηγετική μορφή των Ελληνοκυπρίων και φλογερός εκφραστής του οράματος για Ένωση με την Ελλάδα, βρέθηκε παγιδευμένος σε έναν ρόλο που διαμόρφωσαν ξένες δυνάμεις και μικροπολιτικοί συμβιβασμοί, κατά τις Συμφωνίες Ζυρίχης–Λονδίνου του 1960. Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία μιας Κυπριακής Δημοκρατίας κολοβής, θλιβερά περιορισμένης, και υποθηκευμένης στις διαθέσεις τρίτων.

Δεν συμμετείχε εξαρχής στις συνομιλίες της Ζυρίχης —που στην πραγματικότητα διεξήχθησαν κυρίως ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία— και κλήθηκε απλώς να επικυρώσει αποφάσεις που είχαν ήδη ληφθεί. Ο ηγέτης του απελευθερωτικού αγώνα μετατράπηκε σε πολιτικό διαχειριστή, αναγκασμένο να αποδεχθεί έναν ταπεινωτικό συμβιβασμό: μια ανεξαρτησία κολοβή, τη δαμόκλειο σπάθη να αιωρείται μόνιμα πάνω από το νησί και μια ασφυκτική θηλιά να στραγγαλίζει την ίδια την ψυχή της ελευθερίας.

Ο Μακάριος βρέθηκε υπό ασφυκτική πίεση από όλες τις πλευρές. Η κυβέρνηση του Καραμανλή επέβαλε την υπογραφή της συμφωνίας, θεωρώντας ότι η ανεξαρτησία ήταν η μόνη ρεαλιστική λύση και ότι η Ένωση ήταν ανέφικτη λόγω διεθνών πιέσεων. Η Αγγλία, υπηρετώντας τα στρατηγικά της συμφέροντα, ήθελε να τερματίσει τον αντιαποικιακό αγώνα χωρίς να χάσει τις βάσεις της και την επιρροή της στην περιοχή. Η Τουρκία, εκμεταλλευόμενη την ενδοτικότητα της Αθήνας, επέβαλε υπερβολικά δικαιώματα στους Τουρκοκυπρίους και (συνεπικουρούμενη από του Άγγλους) απειλούσε ευθέως με διχοτόμηση. Τέλος, η ΝΑΤΟική πίεση ενίσχυε τον φόβο σύγκρουσης Ελλάδας–Τουρκίας, στερώντας κάθε περιθώριο πραγματικής διαπραγμάτευσης.

Το αποτέλεσμα ήταν ένας συμβιβασμός που υπονόμευε την κυριαρχία, την ελευθερία και την ενότητα του κυπριακού λαού — μια νίκη των ξένων συμφερόντων και της αδυναμίας της ελληνικής πολιτικής, εις βάρος της Ιστορίας και του οράματος ενός ολόκληρου λαού. Ο Μακάριος, παρά την υποχρεωτική του υποταγή, παρέμεινε η φωνή της αξιοπρέπειας, αναδεικνύοντας τη δυσλειτουργία ενός Συντάγματος φτιαγμένου για να διασπά και να περιορίζει. Είδε την ανεξαρτησία ως: ενδιάμεσο στάδιο, και θέλοντας να διασφαλίσει την διεθνή αναγνώριση της Κύπρου και τον τερματισμό της βίας, τις αποδέχτηκε ως αναγκαίο συμβιβασμό.

Το Σύνταγμα

Η στάση του Μακάριου απέναντι στο Σύνταγμα που προέκυψε από τις Συμφωνίες Ζυρίχης–Λονδίνου υπήρξε εξαρχής επιφυλακτική έως αρνητική, παρότι το αποδέχθηκε στο πλαίσιο του συνολικού πολιτικού συμβιβασμού που οδήγησε στην ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Για τον Μακάριο, το νέο συνταγματικό πλαίσιο δεν αποτελούσε προϊόν ελεύθερης πολιτικής βούλησης των Κυπρίων, αλλά ένα σύνθετο και επιβεβλημένο κατασκεύασμα, διαμορφωμένο κυρίως υπό την πίεση ξένων δυνάμεων. Θεωρούσε ότι το Σύνταγμα ήταν υπερβολικά περίπλοκο, δύσκαμπτο και εκ προοιμίου δυσλειτουργικό, αδυνατώντας να εξασφαλίσει σταθερή και αποτελεσματική διακυβέρνηση. Στη δική του πολιτική ανάγνωση, δεν επρόκειτο για ένα οριστικό και δίκαιο θεσμικό πλαίσιο, αλλά για μια αναγκαστική και μεταβατική αφετηρία.

Τα βασικά σημεία κριτικής

α) Δυαρχία και θεσμικά αδιέξοδα. Η συνύπαρξη Προέδρου και Αντιπροέδρου με διακριτές εξουσίες και δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο) δημιουργούσε, κατά τον Μακάριο, έναν μηχανισμό αμοιβαίας παρεμπόδισης αντί αποτελεσματικής διακυβέρνησης. Η πιθανότητα πολιτικής παράλυσης ήταν ορατή ήδη από τη γέννηση του συντάγματος — και επιβεβαιώθηκε σύντομα στην πράξη.

β) Θεσμοθέτηση του κοινοτικού διαχωρισμού. Το Σύνταγμα δεν οικοδομούσε ένα ενιαίο κράτος με κοινή πολιτική ταυτότητα, αλλά κατοχύρωνε θεσμικά τον διαχωρισμό μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Ξεχωριστές Βουλές, δήμοι και διοικητικές δομές ενίσχυαν, σύμφωνα με την κριτική του, μια μόνιμη λογική διαίρεσης στο εσωτερικό του νέου κράτους.

γ) Δυσανάλογη κατανομή εξουσίας. Ιδιαίτερη ένσταση υπήρχε απέναντι στη θεσμική εκπροσώπηση της τουρκοκυπριακής κοινότητας, η οποία, παρά το μικρότερο δημογραφικό της μέγεθος, εξασφάλιζε αυξημένα ποσοστά συμμετοχής σε κρατικούς μηχανισμούς και υπηρεσίες. Ο Μακάριος θεωρούσε ότι αυτή η πρόβλεψη υπονόμευε την αρχή της δημοκρατικής αναλογικότητας και δημιουργούσε μόνιμες εστίες πολιτικής τριβής.

δ) Περιορισμένη κυριαρχία της νέας Δημοκρατίας. Η παρουσία των εγγυητριών δυνάμεων — Ελλάδα, Τουρκία και Ηνωμένο Βασίλειο — αντιμετωπιζόταν όχι ως εγγύηση πλήρους ανεξαρτησίας, αλλά ως μηχανισμός διαρκούς εξωτερικής παρέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κατά την αντίληψη του Μακαρίου, το νέο κράτος γεννιόταν ήδη με περιορισμένη κυριαρχία και υπό στενή διεθνή επιτήρηση.

Στον απόηχο των Συμφωνιών.

Πολλοί ήταν οι επικριτές των Συμφωνιών αυτών. Ο Νίκος Σβορώνος, πρύτανης των Ελλήνων ιστορικών, αντιμετώπισε τις Συμφωνίες Ζυρίχης–Λονδίνου αρνητικά, θεωρώντας ότι αποτελούσαν συμβιβαστική και επιβαλλόμενη λύση, που δεν εξέφραζε τη βούληση του κυπριακού λαού. Αναγνώριζε τον τερματισμό της αποικιοκρατίας, αλλά υποστήριζε ότι η συμφωνία δημιούργησε ένα εξαρτημένο και δυσλειτουργικό κράτος, με σοβαρές επιπτώσεις για το μέλλον της Κύπρου. Ο Ηλίας Ηλιού (μεγάλη μορφή της Αριστεράς) που είχε την ικανότητα να προβλέπει και να αναλύει τις εξελίξεις, χαρακτήρισε τις συμφωνίες Ζυρίχης Λονδίνου, Ανταλκίδιο1 ειρήνη.

Καλογιάννης Παναγιώτης, Φλεβάρης 2026

1 Η Ανταλκίδιος ειρήνη ήταν συνθήκη ειρήνης του 386 π.Χ. μετά τον Κορινθιακό Πόλεμο, που επιβλήθηκε με τη στήριξη του Πέρση βασιλιά Αρταξέρξη Βʹ και πήρε το όνομά της από τον Σπαρτιάτη Ανταλκίδα. Αντί να ενώσει τον ελληνικό κόσμο, προκάλεσε μεγαλύτερη διάσπαση και αοδυνάμωση. Οι ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας παραδόθηκαν στην Περσία, ενώ η Περσία απέκτησε δικαίωμα παρέμβασης στις ελληνικές υποθέσεις. Η αρχή της «αυτονομίας» διέλυσε συμμαχίες και ενίσχυσε τις αντιπαραθέσεις μεταξύ των πόλεων-κρατών. Παράλληλα, η Σπάρτη απέκτησε υπερβολική δύναμη ως «εγγυήτρια» της ειρήνης. Έτσι, η ειρήνη αυτή οδήγησε σε διχασμό και έκανε τους Έλληνες πιο ευάλωτους..

ΥΓ1: Οι Βερμούδες και το Κυπριακό: Η ώρα της εθνικής ήττας.

Η συνάντηση στις Βερμούδες πραγματοποιήθηκε από τις 20 έως τις 24 Μαρτίου 1957 μεταξύ του Αμερικανού Προέδρου Αϊζενχάουερ και του Βρετανού Πρωθυπουργού Μακμίλλαν. Επισήμως, στόχος της ήταν η αποκατάσταση των σχέσεων Ηνωμένων Πολιτειών και Βρετανίας μετά την Κρίση του Σουέζ, η οποία είχε προκαλέσει σοβαρούς τριγμούς στο δυτικό στρατόπεδο. Στη συνάντηση αυτή η Βρετανία παρέδωσε τη Μέση Ανατολή στην Αμερική και αποδέχτηκε τις ΗΠΑ σαν τον ηγεμόνα του δυτικού κόσμου. Ωστόσο, ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που συζητήθηκαν ήταν και το Κυπριακό, το οποίο είχε ήδη εξελιχθεί σε κρίσιμο πρόβλημα για τη συνοχή της νοτιοανατολικής πτέρυγας του NATO.

Οι αποφάσεις και οι κατευθύνσεις που διαμορφώθηκαν στις Βερμούδες υπήρξαν καθοριστικές για την εξέλιξη του Κυπριακού, καθώς έθεσαν τις βάσεις για τη διαδικασία που οδήγησε τελικά στις Συμφωνίες Ζυρίχης–Λονδίνου του 1959.

Ο Αϊζενχάουερ αποδέχθηκε τη βρετανική θέση ότι η διατήρηση στρατιωτικής παρουσίας και κυρίαρχων βάσεων στην Κύπρο ήταν απαραίτητη για τον έλεγχο της Μέσης Ανατολής και των πετρελαϊκών δρόμων της περιοχής. Μέσα στο κλίμα του Ψυχρού Πολέμου, η Κύπρος αντιμετωπιζόταν πρωτίστως ως στρατηγικό γεωπολιτικό σημείο και όχι ως ζήτημα αποαποικιοποίησης ή εθνικής αυτοδιάθεσης.

Στο πλαίσιο αυτό, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βρετανία συμφώνησαν ότι η λύση του Κυπριακού δεν μπορούσε να βασιστεί στην αρχή της αυτοδιάθεσης, για την οποία αγωνίζονταν οι Ελληνοκύπριοι μέσω του αιτήματος της Ένωσης με την Ελλάδα. Μια τέτοια εξέλιξη θεωρήθηκε ότι θα προκαλούσε έντονη αντίδραση της Τουρκίας και ενδεχομένως ελληνοτουρκική σύγκρουση, γεγονός που θα αποσταθεροποιούσε τη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.

Για τον λόγο αυτό προκρίθηκε μια λύση περιορισμένης εσωτερικής αυτοκυβέρνησης υπό βρετανική εποπτεία, και το τελικό καθεστώς της Κύπρου να παραπέμπεται στο μέλλον. Παράλληλα, καταβλήθηκε σημαντική προσπάθεια ώστε το Κυπριακό να μην διεθνοποιηθεί μέσω του ΟΗΕ, όπου η Σοβιετική Ένωση θα μπορούσε να αξιοποιήσει πολιτικά την υπόθεση. Αντίθετα, επιδιώχθηκε να παραμείνει ένα ζήτημα διαχείρισης εντός της Δυτικής Συμμαχίας και ιδιαίτερα του ΝΑΤΟ.

Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής αναμείχθηκε ενεργά και ο Hastings Ismay, τότε Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, ο οποίος ανέλαβε διαμεσολαβητικό ρόλο μεταξύ Λονδίνου, Αθήνας και Άγκυρας.

Μία από τις άμεσες συνέπειες της συνάντησης ήταν και η απόφαση για τον τερματισμό της εξορίας του Μακάριου, του Μητροπολίτη Κυρηνείας Κυπριανού, του παπα-Σταύρου Παπαγαθαγγέλου και του Πολύκαρπου Ιωαννίδη, οι οποίοι είχαν εξοριστεί από τις βρετανικές αρχές στις Σεϋχέλλες το 1956.

Η βρετανική πολιτική στις Βερμούδες κατέστησε επίσης σαφές ότι καμία λύση δεν μπορούσε να προχωρήσει χωρίς τη συναίνεση της Τουρκίας. Με τον τρόπο αυτό η Άγκυρα αποκτούσε ουσιαστικά δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο) στις μελλοντικές εξελίξεις του Κυπριακού. Η εξέλιξη αυτή ενίσχυσε τη διαπραγματευτική θέση της Τουρκίας και συνέβαλε στη σταδιακή προώθηση της ιδέας της διχοτόμησης ως εναλλακτικής απέναντι στην Ένωση.

Η συνάντηση των Βερμούδων αποτέλεσε καμπή στην ιστορία του Κυπριακού. Από εκείνο το σημείο και έπειτα, το ζήτημα αντιμετωπιζόταν κυρίως μέσα από τις στρατηγικές ανάγκες του Ψυχρού Πολέμου και της συνοχής του ΝΑΤΟ. Η αμερικανική αποδοχή των βρετανικών θέσεων διαμόρφωσε το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκαν οι μεταγενέστερες διαπραγματεύσεις, οδηγώντας τελικά στις Συμφωνίες του 1959 και στη δημιουργία της Κυπριακής Δημοκρατίας υπό ένα ιδιαίτερα σύνθετο σύστημα ισορροπιών και εγγυήσεων.

ΥΓ2: Κατανοώντας τα στάδια που προηγήθηκαν της προδοσίας της Κύπρου, αντιλαμβανόμαστε πού οδηγούν στο Αιγαίο, αφενός η σημερινή υποχωρητική πολιτική απέναντι στις απειλές και τους σχεδιασμούς και, αφετέρου, η προσωποκεντρική («Ι.Χ.») άσκηση της εξωτερικής πολιτικής, με γνώμονα το ιδιοτελές συμφέρον.

Επικαιρότητα

Ο Γεώργιος Γρίβας («Διγενής») παραμένει μία από τις πιο αμφιλεγόμενες μορφές της νεότερης ελληνικής και κυπριακής ιστορίας. Στρατιωτικός αρχηγός της ΕΟΚΑ...

Ο ελληνισμός της Κύπρου έχει πολύ βαθιές ρίζες στο νησί από την αρχαιότητα — κάτι που οφείλουν να μην ξεχνούν πολιτικοί και στρατιωτικοί στην...

Όσα χρόνια κι αν περάσουν, δεν ξεχνούμε τη Φωνή στον "ραδιοφωνικό σταθμό" του Πολυτεχνείου Αθηνών ν´απαγγέλει τον στίχο του Εθνικού μας Ύμνου "κι...

Επιστροφή στο Α΄μέρος. «Κτῆμα ἐς αἰεί μᾶλλον ἤ ἀγώνισμα ἐς τό παραχρῆμα ἀκούειν» Με τη φράση αυτή ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι το έργο του, η Ιστορία, δεν γράφτηκε για να προσφέρει πρόσκαιρη ευχαρίστηση στον αναγνώστη αλλά για να έχει...

Η Ομοσπονδία

Κύρια επιδίωξη με τη δημιουργία της Ομοσπονδίας ήταν η συμμετοχή σε μία συνομοσπονδία μεταναστευτικών οργανώσεων, η οποία θα γινόταν τότε στη...